ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΕΩΣ

  Επιδημιολογία
Αποτελεί  τον δεύτερο σε συχνότητα καρκίνο του ουροποιητικού

Αποτελεί τον δεύτερο σε συχνότητα καρκίνο του ουροποιητικού συστήματος μετά τον καρκίνο του προστάτη και εμφανίζεται κυρίως σε ηλικίες άνω των 60 ετών. Είναι περίπου τέσσερις φορές συχνότερος στους άνδρες απ’ ότι στις γυναίκες.

  Παράγοντες κινδύνου
 

 Ασθενείς με ιστορικό καρκίνου της ουροδόχου κύστης ή οικογενειακό ιστορικό

  • Κάπνισμα
  • Χρόνια φλεγμονή της ουροδόχου κύστης
  • Επαγγελματική έκθεση σε συγκεκριμένες χρωστικές και χημικές ουσίες (αρωματικές αμίνες, όπως π.χ. η βενζιδίνη και η βήτα ναφθυλαμίνη), που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία χρωμάτων, την υφαντουργία, την παραγωγή πλαστικών και προϊόντων από καουτσούκ
  • Χημειοθεραπεία: υψηλές δόσεις ενός χημειοθεραπευτικού φαρμάκου της κυκλοφωσφαμίδης (Cytoxan) ή της ιφοσφαμίδης (Ifex) αυξάνουν τον κίνδυνο για καρκίνο της ουροδόχου κύστης
  Ποια είναι τα συμπτώματα;
Η ανώδυνη αιματουρία είναι το χαρακτηριστικό σύμπτωμα του καρκίνου της ουροδόχου κύστης

Η αιματουρία είναι το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα του καρκίνου της ουροδόχου κύστης και συνήθως δεν συνοδεύεται από κανένα πόνο (ανώδυνη αιματουρία). Η αιματουρία μπορεί να είναι μακροσκοπική (αίμα εμφανές στα ούρα) ή μικροσκοπική (αίμα εμφανές μόνο στο μικροσκόπιο). Επιπρόσθετα συμπτώματα μπορεί να είναι η συχνουρία ή η επιτακτικότητα στην ούρηση.

  Διάγνωση
Χρυσός Κανόνας: κάθε αιματουρία είναι ύποπτη για κακοήθεια ώσπου να αποδειχθεί το αντίθετο

Γίνεται στα πλαίσια διερεύνησης της αιματουρίας και περιλαμβάνει τις ακόλουθες μεθόδους:

  • Απεικονιστικές: υπερηχογράφημα νεφρών και κύστης, αξονική πυελογραφία, αξονική ή μαγνητική τομογραφία κοιλίας
  • Κυτταρολογικές: καρκινικά κύτταρα ενδέχεται να διαπιστωθούν στην κυτταρολογική εξέταση δείγματος ούρων από ελεύθερη ούρηση ή μετά λήψη δείγματος με κυστεοσκόπηση
  • Ενδοσκοπικές: με τη μέθοδο της κυστεοσκόπησης βλέπουμε μέσα στην ουρήθρα και την ουροδόχο κύστη για να ελέγξουμε την ύπαρξη παθολογικών καταστάσεων σε αυτά τα όργανα. Η επιβεβαίωση της διάγνωσης γίνεται με τη λήψη βιοψίας, η οποία δίδεται για ιστολογική εξέταση.

Χαρακτηριστικό της κακοήθειας είναι η διήθηση του τοιχώματος της ουροδόχου κύστεως, η οποία επεκτείνεται προοδευτικά από το βλεννογόνο προς τα εξωτερικά τοιχώματα της κύστεως και τον περικυστικό χώρο. Από το βαθμό διηθήσεως εξαρτάται η εξέλιξη, η πρόγνωση και το είδος της θεραπείας.

  ourodoxos
  ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΟ ΒΑΘΜΟ ΔΙΗΘΗΣΗΣ: ΣΕ ΑΡΧΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ, ΟΠΟΥ Ο ΟΓΚΟΣ ΕΧΕΙ ΔΙΗΘΗΣΕΙ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΟΙΧΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ, Η ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΗ. ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΣΕ ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΑ ΣΤΑΔΙΑ, ΟΠΟΥ Ο ΟΓΚΟΣ ΕΧΕΙ ΔΙΗΘΗΣΕΙ ΒΑΘΥΤΕΡΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΟΙΧΩΜΑΤΟΣ, Η ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΜΕΝΗΣ.
  Θεραπεία
Θεραπεία εκλογής είναι η διουρηθρική εκτομή Θεραπεία εκλογής είναι η ενδοσκοπική - διουρηθρική εκτομή, η οποία εκτός της διαγνωστικής αξίας (βαθμός διαφοροποίησης των κυττάρων, επέκταση-διήθηση = σταδιοποίηση της νόσου) , έχει και θεραπευτικό χαρακτήρα, αρκεί να εφαρμόζεται με κριτήριο τη ριζική αφαίρεση του όγκου, δηλαδή την πλήρη αφαίρεση και της βάσης του όγκου συμπεριλαμβανομένου και του υποκείμενου τμήματος του μυϊκού χιτώνα.
2/3 των ασθενών παρουσιάζουν στην πρώτη διάγνωση έναν επιφανειακό όγκο Όταν γίνεται για πρώτη φορά η διάγνωση, τα 2/3 περίπου των ασθενών παρουσιάζουν έναν επιφανειακό όγκο περιορισμένο στο ουροθήλιο (στάδιο Ta ή Tis) ή και στο χόριο (στάδιο T1). Οι υπόλοιποι ασθενείς εμφανίζουν καρκίνο που διηθεί τουλάχιστον τον μυϊκό χιτώνα της κύστης (στάδιο τουλάχιστον T2).
Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως παρουσιάζει ανάλογα με το βαθμό κακοήθειας αυξημένη συχνότητα υποτροπής Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των καρκίνων της κύστης είναι το γεγονός ότι παρουσιάζουν αυξημένη συχνότητα υποτροπής, η οποία είναι μεγαλύτερη στους όγκους με αυξημένο βαθμό κακοήθειας. Η υποτροπή μετά από διουρηθρική εκτομή μπορεί να έχει τη μορφή είτε μιας τοπικής μετάστασης, τοπική υποτροπή με εμφάνιση του όγκου σε περιοχή που είχε υποστεί προηγουμένως τραυματισμό ή επέμβαση, είτε πρωτοεμφανιζόμενης νεοπλασματικής εστίας που προκλήθηκε κατά πάσα πιθανότητα από τη συνεχή έκθεση του ουροθηλίου σε καρκινογόνες ουσίες που περιέχονται στα ούρα και οι οποίες προάγουν το σχηματισμό των όγκων.

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως παρουσιάζει ανάλογα με το βαθμό κακοήθειας αυξημένη συχνότητα υποτροπής

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των καρκίνων της κύστης είναι το γεγονός ότι παρουσιάζουν αυξημένη συχνότητα υποτροπής, η οποία  είναι μεγαλύτερη στους όγκους με αυξημένο βαθμό κακοήθειας. Η υποτροπή μετά από διουρηθρική εκτομή μπορεί να έχει τη μορφή είτε μιας τοπικής μετάστασης, τοπική υποτροπή με εμφάνιση του όγκου σε περιοχή που είχε υποστεί προηγουμένως τραυματισμό ή επέμβαση, είτε πρωτοεμφανιζόμενης νεοπλασματικής εστίας που προκλήθηκε κατά πάσα πιθανότητα από τη συνεχή έκθεση του ουροθηλίου σε καρκινογόνες ουσίες που περιέχονται στα ούρα και οι οποίες προάγουν το σχηματισμό των όγκων.

Η ενδοκυστική θεραπεία μειώνει τον αριθμό των υποτροπών και παρατείνει τον χρόνο ελεύθερο νόσου

Η συχνότητα των υποτροπών επισημαίνει τη σημασία του τακτικού και περιοδικού κυστεοσκοπικού ελέγχου της κύστεως
Για να μειωθεί η συχνότητα των υποτροπών, η οποία κυμαίνεται ανάλογα με τις διάφορες στατιστικές από 40-80%, κατέστη κοινή πρακτική εδώ και πολλά χρόνια να χορηγείται τοπική χημειοθεραπεία (ενδοκυστική έγχυση αντινεοπλασματικών παραγόντων Farmorubicin, Mytomicin ) ή χορήγηση ανοσοτροποιητικών παραγόντων (βάκιλος Koch ή ιντερφερόνη). Η θεραπευτική αποτελεσματικότητα των ενδοκυστικών εγχύσεων στον επιφανειακό καρκίνο της ουροδόχου κύστεως μετά από διουρηθρική εκτομή έγκειται στη σημαντική μείωση του αριθμού των υποτροπών και στη σημαντική παράταση του χρόνου ελεύθερου νόσου. Η ενδοκυστική θεραπεία συνοδεύεται εξ’ άλλου από σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες, τόσο τοπικές όσο και συστηματικές και έτσι πρέπει να θεωρείται ως μια από τις πιο χρήσιμες ανοσολογικές θεραπείες για τους επιφανειακούς καρκίνους χαμηλής κακοήθειας της κύστης (εκτίμηση αποτελεσματικότητας – ανοχή της ενδοκυστικής θεραπείας με στόχο την προφύλαξη από τις υποτροπές). Τέλος, αποδίδεται μεγάλη σημασία στον τακτικό και περιοδικό κυστεοσκοπικό έλεγχο.
Σε διηθητικό καρκίνο ενδείκνυται η ριζική κυστεκτομή

Στην περίπτωση που ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως διηθεί τουλάχιστον τον μυϊκό χιτώνα της κύστης (στάδιο τουλάχιστον T2), πρέπει να πραγματοποιηθεί η ριζική κυστεκτομή, κατά την οποία γίνεται αφαίρεση ολόκληρης της ουροδόχου κύστης και των όμορων ζωτικών οργάνων (στον άνδρα ο προστάτης και οι σπερματοδόχες κύστεις, ενώ στη γυναίκα η μήτρα, οι σάλπιγγες και οι ωοθήκες).

Μετά την αφαίρεση της ουροδόχου κύστης καθίσταται αναγκαία η αντικατάστασή της με νέα κύστη από τμήμα λεπτού εντέρου, προκειμένου να είναι εφικτή η φυσιολογική έξοδος των ούρων από το σώμα. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε γίνεται εκτροπή των ούρων στο κοιλιακό τοίχωμα και τα ούρα συλλέγονται σε ειδικό εξωτερικό σάκο.